Βρισκεστε εδω : ΑΡΧΙΚΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑ Εκεί όπου το κεφάλαιο κλείνει επιχειρήσεις...

Εκεί όπου το κεφάλαιο κλείνει επιχειρήσεις...

ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΣΤΑ ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΑ ΤΗΣ ΧΑΛΚΙΔΑΣ

Όταν σε μια σειρά εργοστάσια της ευρύτερης περιοχής της Χαλκίδας μαθεύτηκε ότι θα ερχόταν ο «Ριζοσπάστης» να κάνει ρεπορτάζ για τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι εργαζόμενοι, ένας εργάτης από τα τσιμέντα απόρησε: «Γιατί, σε τόμο θα τη βγάλετε την εφημερίδα;»...

Το πικρό του σχόλιο δείχνει περιεκτικά τον όγκο των προβλημάτων, την καθημερινή δοκιμασία που περνούν οι εργαζόμενοι στα εργοστάσια της περιοχής. Εργοστάσια που είναι κλειστά, που απολύουν μαζικά τους εργάτες, που τους χρωστούν δεδουλευμένα πολλών μηνών, που χρωστούν ακόμα και αποζημιώσεις στους απολυμένους τους.

Ανθρώπινες ζωές, έμπειρο επιστημονικό, τεχνικό κι εργατικό δυναμικό που ισοπεδώνονται. Μεγάλες παραγωγικές μονάδες τις οποίες έχει ανάγκη ο λαός και ο τόπος, που μπορούν να δουλέψουν καλύπτοντας λαϊκές ανάγκες αλλά βάζουν λουκέτο επειδή αυτό συμφέρει το μεγάλο κεφάλαιο ώστε να ξεπεράσει την κρίση του, φορτώνοντάς την στους εργάτες, διασφαλίζοντας την παραπέρα κερδοφορία του με μισθούς πείνας κι ανύπαρκτα δικαιώματα, εκποιώντας μονάδες - φιλέτα, ακόμα αλλάζοντας το αντικείμενό τους σε αναντιστοιχία ακριβώς με αυτές τις ογκούμενες λαϊκές ανάγκες.

Στο τσιμεντάδικο

Στο τσιμεντάδικο της ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ (μέλος του πολυεθνικού ομίλου «LAFARGE») η διοίκηση ανακοίνωσε από τις 26 Μάρτη ότι σταματά τη βιομηχανική και εμπορική της δραστηριότητα του εργοστασίου με τη δικαιολογία ότι σε συνθήκες μειωμένης ζήτησης στην αγορά του τσιμέντου η λειτουργία του κατέστη μη βιώσιμη. Σκοπεύει να πετάξει στο δρόμο 229 εργαζόμενους, ήδη έκανε μια τέτοια προσπάθεια επιχειρώντας μαζικές απολύσεις. Προσώρας δεν πέρασε από το Ανώτατο Συμβούλιο Εργασίας, όμως απολύει χρησιμοποιώντας το 5% που της επιτρέπει ο νόμος, και μέχρι την 1η Αυγούστου είχε απολύσει ήδη 46.

Μιλάμε για μια καθετοποιημένη εγκατάσταση που λειτουργεί ως τσιμεντάδικο ήδη από το 1926, έχει φτάσει να δίνει δουλειά μέχρι και σε 1.500 εργάτες, έχει δικές της λιμενικές εγκαταστάσεις από όπου φορτώνει πλοία, δικό της ταινιόδρομο από όπου μεταφέρει την πρώτη ύλη κατευθείαν από το λατομείο στις δύο γραμμές παραγωγής. Μπορεί να παράγει με τις πιο σύγχρονες μεθόδους φτηνό και ποιοτικό τσιμέντο σε μεγάλες ποσότητες. Μάλιστα, υπάρχουν στοιχεία ότι έρευνες που έκανε η πολυεθνική στις γειτονικές ιδιόκτητες εκτάσεις της έδειξαν να υπάρχει κοίτασμα ασβεστόλιθου που δίνει ζωή στο εργοστάσιο για άλλα 37 χρόνια μπροστά, τροφοδοτώντας τη λειτουργία δύο μονάδων παραγωγής με παραγωγή 2,5 εκατ. τόνους τσιμέντου ετησίως.

Οι εργάτες συνεχίζουν και αντιστέκονται. Όταν τους συνάντησε ο «Ρ» έκαναν καθαρισμό έξω από το εργοστάσιο προετοιμάζοντας το χώρο ώστε σήμερα, Πέμπτη 8/8, να διοργανώσουν λαϊκό γλέντι για τους ίδιους και τις οικογένειές τους ως μια διέξοδο στην τρομερή ψυχολογική πίεση που βιώνουν μπροστά στον εφιάλτη της ανεργίας. Στο πρόγραμμα εθελούσιας εξόδου που τους πίεσε η διεύθυνση να συμμετάσχουν (τους τάζει συν 25% στη νόμιμη αποζημίωση) φέρεται να ανταποκρίθηκαν μόλις 7.

Μιλώντας στον «Ρ» ο Ηλίας Κούκουρας, πρόεδρος της Ένωσης Εργαζομένων στα Τσιμέντα Χαλκίδας, σημειώνει ότι σχέδιο της πολυεθνικής είναι ουσιαστικά να φορτώσει στους εργάτες την κρίση του συστήματος και την πρόσκαιρη μείωση στη ζήτηση. Να καλύψει αυτή την περίοδο τις παραγγελίες στα άλλα δύο εργοστάσιά της (σε Βόλο και Αλιβέρι, όπου κα εκεί προωθεί αντεργατικά μέτρα), πατώντας και πάνω στις κυβερνητικές αποφάσεις για ισοπέδωση κάθε είδους εργασιακών δικαιωμάτων, να τους διώξει όλους και όταν ξανανοίξει τη μονάδα, να τη δουλέψει προσλαμβάνοντας μερικούς εργάτες με μισθούς πείνας και ανύπαρκτα δικαιώματα. «Από την πλευρά μας καλούμε τους εργαζόμενους να μην υποκύψουν στις πιέσεις της εργοδοσίας και όποιων άλλων, να συνεχίσουν τον αγώνα τους, για ανάκληση των απολύσεων, συνέχιση της λειτουργίας του εργοστασίου», τονίζει.

Η Φούλη Καραπιπέρη εργάζεται 29 χρόνια στο εργοστάσιο. «Εχουμε δώσει και τη ζωή μας εδώ μέσα. Οι τσιμεντάδες έχουν χαμηλό μέσο όρο ζωής, πολλές επαγγελματικές ασθένειες και ατυχήματα, έχουμε χάσει ανθρώπους. Το να έρχεται τώρα μια πολυεθνική και να σε πετά στο δρόμο δεν χωνεύεται. Πολύ περισσότερο όταν γνωρίζουμε όλοι ότι το τσιμέντο είναι είδος πρώτης ανάγκης και η πολυεθνική θέλει τελικά να επιβάλει άλλες, χειρότερες για τον εργαζόμενο, σχέσεις εργασίας».

Η Πατρίτσια Αράνα ήρθε από το Περού στην Ελλάδα για σπουδές και έπιασε δουλειά στο τσιμεντάδικο πριν 21 χρόνια. Δηλώνει πως τα ίδια έγιναν και στη χώρα της, σε ολόκληρη τη Λατινική Αμερική, ιδιωτικοποιήσεις, απολύσεις, ξεχαρβάλωμα εργασιακών σχέσεων και δικαιωμάτων: «Είναι και η αδικία που βιώνει κάθε άνθρωπος μέσα του μετά από τόσα χρόνια δουλειάς να πετιέται στο δρόμο προκειμένου η πολυεθνική να διασφαλίσει την κερδοφορία της, αλλά και η μεγάλη ανεργία, ότι δεν υπάρχει δουλειά για το λαϊκό άνθρωπο εκεί έξω να βρει αλλού ένα αποκούμπι. Δεν έχουμε άλλο δρόμο, ο αγώνας είναι μονόδρομος για να προασπιστούμε τη δουλειά μας, την αξιοπρέπειά μας, τη ζωή μας».

Στη ΣΕΛΜΑΝ

Δραματική είναι η κατάσταση που βιώνουν και οι εργαζόμενοι στη βιομηχανία ξύλου ΣΕΛΜΑΝ στο Βασιλικό Χαλκίδας, ιδιοκτησίας Αδαμόπουλου, ένα εργοστάσιο απ' τα λίγα στην Ελλάδα που ασχολούνταν με την κατεργασία ξύλου, έκανε εξαγωγές σε όλο τον κόσμο. Ενδεικτικό το γεγονός πως το 2001 δούλευαν στο εργοστάσιο 1.300 άτομα και στην περιοχή του Βασιλικού έχουν συνταξιοδοτηθεί από αυτό συνολικά 12.000. Από τη συζήτηση με τους εργαζόμενους προέκυψε ότι πρόκειται για επιχείρηση - φιλέτο με υπερσύγχρονα μηχανήματα, 400 στρέμματα συνολική έκταση, τα 290 στεγασμένα, βαθύ λιμάνι διεθνών προδιαγραφών με δυνατότητα ελλιμενισμού πλοίων με τονάζ δεκάδων χιλιάδων τόνων, αποβάθρες κ.λπ. Όταν πουλήθηκε το 2010 στον τωρινό ιδιοκτήτη μόνο στις αποθήκες της υπήρχε έτοιμο προϊόν αξίας 11 εκατ. ευρώ συν πρώτη ύλη αξίας πολλών δεκάδων ευρώ επιπλέον.

Από τον Απρίλη του 2010 το ΔΣ της εταιρείας αποφάσισε να «αξιοποιήσει» την εγκατάσταση μόνο σαν «logistics» (χώροι αποθήκευσης) και λιμάνι, θεωρώντας ότι έτσι της αποφέρει μεγαλύτερο κέρδος. Ταυτόχρονα ξεκίνησε απολύσεις προσωπικού, πρώτα με το μηνιαίο όριο απολύσεων του 2% που κατόπιν οι αστικές κυβερνήσεις το ανέβασαν στο 5% προσφέροντας άλλο ένα δωράκι γενικά στη μεγαλοεργοδοσία. Υπολογίζεται ότι έως σήμερα έχουν απολυθεί σχεδόν 700 εργαζόμενοι, ενώ απέμειναν 85, με την εργοδοσία να ανακοινώνει στις 8/2/13 προς την Επιθεώρηση Εργασίας ότι σταματά τη λειτουργία του εργοστασίου. Μια βδομάδα νωρίτερα είχε διώξει τους εργαζόμενους από το εργοστάσιο με «άδεια», και ξεκίνησε να αδειάζει το εργοστάσιο από εμπορεύματα και πρώτη ύλη μεταφέροντάς τα σε άλλο εργοστάσιό της στην Κομοτηνή.

Κι από νωρίτερα ακόμα ενέπλεξε απολυμένους και εργαζόμενους σε ένα γαϊτανάκι συνεχών καθυστερήσεων κι αναβολών στην καταβολή δεδουλευμένων και αποζημιώσεων. Υπολογίζεται ότι όσοι παραμένουν εκεί εργαζόμενοι είναι απλήρωτοι από το Γενάρη 2013 (σε κάποιους οφείλονται δεδουλευμένα και του 2012), ενώ η εργοδοσία χρωστά και δόσεις αποζημίωσης σε απολυμένους τουλάχιστον από τον Αύγουστο του 2012. Εκτιμάται ότι σε μια τέτοια ομηρία βρίσκονται περίπου 310 άτομα, εργαζόμενοι κι απολυμένοι, πολλοί από τους οποίους συνεχίζουν (αρχές Απρίλη ξεκίνησαν) να βρίσκονται καθημερινά έξω από τις πύλες του εργοστασίου διεκδικώντας τα δίκια τους, να μη συνεχίζει ο εργοδότης την εκκένωση της μονάδας.

Ταυτόχρονα βιώνουν το άγχος της καθημερινότητας, της ανεργίας, των απλήρωτων λογαριασμών να βαραίνει τους ώμους τους. «Θέλουν να διώξουν τον κόσμο, να φτιάξουν δεξαμενές ανέργων, ώστε μετά να τον επαναπροσλαμβάνουν δίχως δικαιώματα και για όσο τον χρειάζονται, για 240 ευρώ μηνιάτικο, κι όλο αυτό να το παρουσιάζουν ως ανάπτυξη εν μέσω γενικευμένης φτώχειας και εξαθλίωσης», ειπώθηκε χαρακτηριστικά από τους εργάτες.

Παραπέρα, οι εργαζόμενοι καταλογίζουν ευθύνες στις κυβερνήσεις, στην ηγεσία του υπουργείου Εργασίας, όπως και στους τοπικούς φορείς, δήμο και περιφέρεια που πέρα από λόγια δεν έχουν στηρίξει ουσιαστικά και στην πράξη τον αγώνα τους ώστε να μην κλείσει και αυτή η παραγωγική μονάδα επειδή έτσι βολεύει τον μεγαλοεπιχειρηματία.

Ριζοσπάστης 8-8-2013